αναρωτιέμαι


αναρωτιέμαι
αναρωτιέμαι, αναρωτήθηκα βλ. πίν. 59

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • διερωτώμαι — (AM διερωτῶ, άω) νεοελλ. απορώ, αναρωτιέμαι αρχ. μσν. 1. ερευνώ, ανακρίνω 2. ρωτώ με επιμονή …   Dictionary of Greek

  • λογιάζω — μέσ. λογιάζομαι και λογιέμαι (Μ λογιάζω) 1. σκέπτομαι, συλλογίζομαι, στοχάζομαι, λογαριάζω, έχω στον νου κάτι («οπού χει γνώση κι ομυαλόν ετούτα ας τά λογιάζει», Ερωτόκρ.) 2. σχεδιάζω, σκοπεύω («βασιλέας τής Βλαχίας λογιάζει να δώσει ένα τάκο τη… …   Dictionary of Greek

  • αναρωτώ — αναρώτησα, αναρωτήθηκα, αναρωτημένος 1. ρωτώ επανειλημμένα: Τον αναρωτούσε πού πήγε και τι έκανε τα χρόνια που έλειπε. 2. το μέσ., αναρωτιέμαι διερωτώμαι: Αναρωτιόταν γιατί ο παλιός του φίλος τον απόφευγε τελευταία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βερεσέδια — τα όσα έχει να δώσει ή να πάρει κανείς από αγορά ή πώληση με πίστωση: Αναρωτιέμαι πώς θα πληρώσει τα βερεσέδια του στον μπακάλη, τόσα που έχουν γίνει …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)